Moon Tree, 1996
Ξύλο, χαρτί και πλαστικό
ΕΜΣΤ Collection
Μέρος της Δωρεάς της Συλλογής Δ.Δασκαλόπουλου
Εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια, ο Gabriel Orozco διερευνά την εύθραυστη ισορροπία που διέπει το σύμπαν: τη βαρύτητα, την ανάπτυξη, τη διάβρωση, τη μετάλλαξη και την τυχαιότητα. Μέσα από γλυπτά, φωτογραφίες, εγκαταστάσεις και σχέδια, ο Orozco εξετάζει συστηματικά το ασταθές όριο ανάμεσα στον φυσικό κόσμο και τον κόσμο που κατασκευάζει ο άνθρωπος. Αυτή η αμφιταλάντευση μεταξύ φύσης και τεχνουργήματος έχει κεντρική θέση στην πρακτική του και είναι ιδιαίτερα εμφανής σε ένα από τα πιο εμβληματικά του έργα, το Moon Tree. Εδώ, ο Orozco συμπυκνώνει αυτές τις ανησυχίες σε μια ανοίκεια και παραπλανητικά απλή χειρονομία. Το έργο, ένα τεχνητό δέντρο, έχει συνθετικά φύλλα και κλαδιά που μιμούνται τη φύση χωρίς στιγμή να κρύβουν τον δικό τους πλαστό χαρακτήρα. Πρόκειται για μια μορφή συγχρόνως οικεία και ανοίκεια: ένα έμβλημα της ζωής που μεταμορφώνεται σε αντικείμενο, απογυμνωμένο από τη βιολογική του ζωτικότητα, αλλά διατηρώντας τη συμβολική του παρουσία. Το τεχνητό δέντρο γίνεται μια μεταφορά για έναν κόσμο στον οποίο η όλο και πιο σπάνια αυθεντική επαφή με τη φύση αντικαθίσταται από ρέπλικες, εικόνες και ελεγχόμενα περιβάλλοντα.
Το έργο μοιάζει να υποδηλώνει ότι σήμερα είναι ίσως πιο πιθανό να συναντήσει κανείς ένα ψεύτικο φυτό παρά ένα αληθινό —μια ανατριχιαστική σκέψη για τη σταδιακή καταστροφή και εμπορευματοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος. Το ίδιο το αντικείμενο φαίνεται να ταλαντεύεται ανάμεσα στη ζωή και την προσομοίωση, σαν η φύση να έχει ήδη γίνει μια μακρινή ανάμνηση που αναπαράγεται με βιομηχανικά μέσα. Τρεις δεκαετίες μετά τη δημιουργία του, το μήνυμα του Moon Tree αποκτά ακόμη μεγαλύτερη επιτακτικότητα στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικολογικής κρίσης. Η κλιματική κατάρρευση, η αποψίλωση των δασών, η ρύπανση και η ανεξέλεγκτη αστική επέκταση έχουν εντείνει την αίσθηση της αποξένωσης ανάμεσα στους ανθρώπους και στα οικοσυστήματα που τους συντηρούν. Αυτό που κάποτε μπορεί να φαινόταν ειρωνικό ή ποιητικό στο έργο του Orozco, σήμερα διαβάζεται ως προφητικό. Το τεχνητό δέντρο δεν φαντάζει πλέον σαν μια σουρεαλιστική παρέμβαση, αλλά μάλλον ως πειστικό μνημείο ενός μέλλοντος όπου η φύση θα επιβιώνει μόνο ως προσομοίωση. Αυτή η ένταση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στην Αθήνα, όπου η αδιάκοπη αστική ανάπτυξη και η διαρκώς εκτεινόμενη τσιμεντοποίηση συνεχίζουν να εξαλείφουν το δημόσιο πράσινο και τους φυσικούς χώρους. Μέσα στην πυκνή δόμηση της πόλης και τις ολοένα αυξανόμενες θερμοκρασίες, το Moon Tree αποκτά έναν ακόμη πιο δυσοίωνο χαρακτήρα. Το έργο αντικατοπτρίζει την εμπειρία της σύγχρονης αστικής ζωής, όπου θραύσματα της φύσης ίσα που επιβιώνουν επισφαλώς ανάμεσα σε άσφαλτο, γυαλί και τσιμέντο. Σε αυτό το περιβάλλον, το τεχνητό δέντρο του Orozco μοιάζει λιγότερο με έργο τέχνης και περισσότερο με προειδοποίηση: μια υπενθύμιση για αυτό που χάνεται και για τις ολοένα πιο τεχνητές συνθήκες μέσα από τις οποίες ενδεχομένως να βιώνεται σύντομα η φύση.
Ο Gabriel Orozco γεννήθηκε το 1962 στη Χαλάπα της πολιτείας Βερακρούς του Μεξικού. Ζει και εργάζεται ανάμεσα στο Παρίσι, το Τόκιο, την Πόλη του Μεξικού και τη Νέα Υόρκη.