Η συστηματική ενασχόληση της Νίκης Καναγκίνη με το ένδυμα εγγράφεται σε ένα πλέγμα πολιτισμικών εμπειριών και οικογενειακής μνήμης, που συνδέονται με τον κοσμοπολιτισμό του τόπου καταγωγής της. Το ύφασμα και το ένδυμα προσεγγίζονται όχι μόνο ως αισθητικά ή λειτουργικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς υλικότητας, ιστορικότητας και βιωμένης εμπειρίας με πολυαισθητηριακό χαρακτήρα. Tα ενδύματα –συχνά οικογενειακά κειμήλια– που ενσωματώνει σε εγκαταστάσεις ή συμμετοχικά έργα, λειτουργούν μεταξύ άλλων ως υλικά ίχνη μιας μετάβασης από έναν προβιομηχανικό κόσμο στον αστικό πολιτισμό. Η αγάπη της καλλιτέχνιδας για το ένδυμα ανιχνεύεται ήδη σε πρώιμα σχέδια και μελέτες ενδυμάτων από την περίοδο των σπουδών της στην École Cantonale de Dessin et d’Art Appliqué στη Λωζάνη (1952–1954), τα οποία και υπογράφει ως Νίκη Κουτλή.