×

Νίκη Καναγκίνη

Ενότητα 2

«Κάθε υλικό είναι αυτόνομο, με τις αποκλειστικά δικές του δυνατότητες. Επιθυμία μου ήταν πάντα η ανακάλυψη της απλής λειτουργίας του υλικού και η επεξεργασία της δυνατότητας που έχει αυτό καθεαυτό». Έχοντας ως αφετηρία την παραπάνω αρχή, η Νίκη Καναγκίνη ασκείται στην τέχνη της ταπισερί από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Με βάση τις διδαχές του Bauhaus, αξιοποιεί την παραδοσιακή τεχνική της υφαντικής, επιδιώκοντας να υπερβεί τη διάκριση ανάμεσα στην εφαρμοσμένη διακοσμητική τέχνη και την αφηρημένη ζωγραφική. Για την εκτέλεση των έργων αυτών χρησιμοποίησε όρθιο αργαλειό (haute-lisse) υφαίνοντας η ίδια ή με βοηθούς απευθείας στο στημόνι μάλλινες, βαμβακερές, μεταξωτές, λινές κλωστές ή σπάγγους. Καθημερινά, «ταπεινά» υλικά, μέσα από τη διαδικασία της επεξεργασίας και της επανανοηματοδότησης, αποκτούν καλλιτεχνική αυτονομία και μετατρέπονται σε πεδίο εννοιολογικής και αισθητικής διερεύνησης. Όπως σημειώνει στο κείμενό της με τίτλο Τέχνη, Bauhaus και ο αιώνας μας που δημοσιεύεται το 1972 στο περιοδικό Κούρος: «Το πρόγραμμα Bauhaus δεν διαχώριζε τους ζωγράφους από τους τεχνίτες. Όφειλαν και οι ζωγράφοι να διδάξουν μια εφαρμοσμένη τέχνη και, γενικά, στο πνεύμα της σχολής, ο καλλιτέχνης ήταν ένας προχωρημένος τεχνίτης. […] Ο Amedée Ozenfant είπε: Art is the demonstration that the ordinary is extraordinary».