ΕΜΣΤ

ΣΕ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΧΡΟΝΟ – ΝΕΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

13/12/2007 - 30/03/2008

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

13/12/2007 – 30/3/2008

Επιμέλεια: Δ. Βιτάλη, Τ. Πανδή, Σ. Σχιζάκης

Η παρούσα έκθεση διερευνά το δικό μας παρόν στον ορίζοντα ενός διεθνούς καλλιτεχνικού περιβάλλοντος και μιας νομαδικής κινητικότητας που χαρακτηρίζει τους νέους έλληνες καλλιτέχνες και το έργο τους. Αυτό μας επιτρέπει όχι μόνο να υπερβούμε στενά γεωγραφικά όρια και να συμπεριλάβουμε και καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται εκτός Ελλάδος, σε μητροπολιτικά κέντρα, αλλά κυρίως να προσεγγίσουμε χωρίς βεβαιότητες την αίσθηση που έχουμε, ή ακόμη και την επιθυμία, μιας υφιστάμενης νέας δυναμικής μεταξύ των νεότερων καλλιτεχνών κατά την τελευταία δεκαετία. Το ζητούμενο είναι να αναδείξουμε την πολλαπλότητα των καλλιτεχνικών πρακτικών, διαφορετικές τάσεις, συγγένειες και προσανατολισμούς, σκόρπιες δοκιμές και αναζητήσεις που συνυπάρχουν, συνομιλούν με το παρελθόν και μεταξύ τους, προσπαθούν να συνδεθούν με τον υπόλοιπο καλλιτεχνικό κόσμο, θέλουν και ψάχνουν τρόπους να είναι μαζί. Έτσι, ο ενεστώτας χρόνος της έκθεσης μιλάει για μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική στιγμή, την οποία και αντανακλά, ενώ συγχρόνως την υπερβαίνει, προσφέροντας στους επισκέπτες κλειδιά ανάγνωσης μιας καλλιτεχνικής πραγματικότητας και κατάστασης υβριδικής, τοπικής και υπερτοπικής, ανοιχτής στο εδώ και στο αλλού, στο παρόν και στο μέλλον. Από αυτή την άποψη, το έργο των νέων ελλήνων καλλιτεχνών, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια καλλιτεχνική μειονότητα έναντι καθιερωμένων ομοτέχνων τους, χωρίς να είναι αποκλειστικός εκφραστής του καλλιτεχνικού παρόντος, αποτελεί οπωσδήποτε ένα προνομιακό πεδίο έρευνας. Είτε αποτυπώνει μια σύντομη διαδρομή που έχει ήδη διανυθεί, είτε εμπεριέχει μια υπόσχεση μελλοντικών αναπτύξεων, μας φέρνει κατά το πλείστον κοντά στην πιο γοητευτική και ζωντανή πλευρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας, στη στιγμή εκείνη όπου η γλώσσα δομείται, αποδομείται και επαναδοκιμάζεται, όπου πειραματισμοί, αμφιβολίες, λάθη τίθενται στο κέντρο αναζήτησης μιας καλλιτεχνικής ταυτότητας.

Άννα Καφέτση

Κύριος χορηγός 
 
BOMBAY SAPPHIRE, the BOMBAY SAPPHIRE bottle design and device are trademarks and/or registered trademarks

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα διεύρυνσης των δικτύων καλλιτεχνικής παραγωγής, οι εκθέσεις με εθνικό ή με γεωγραφικό προσανατολισμό επαναπροσδιορίζονται. H πρόκληση με την οποία έρχεται αντιμέτωπη μια έκθεση για νέους Έλληνες καλλιτέχνες –αντικείμενο της οποίας είναι πρωτίστως να αναδείξει τα ερωτήματα που θέτει η καλλιτεχνική τους έρευνα– είναι να ανιχνεύσει τη θέση τους στη μεταβαλλόμενη τοπική και παγκόσμια πραγματικότητα.
Η έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο σχεδιάστηκε εξαρχής με χαρακτήρα ανοιχτό και διερευνητικό. Κατά τη διετή προετοιμασία της πραγματοποιήθηκε ευρεία και διεξοδική ερευνά στο έργο Ελλήνων καλλιτεχνών που έχουν γεννηθεί από το 1965 και μετά. Στο πλαίσιο αυτό, συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος αριθμός υλικού για τους Έλληνες καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς με στόχο μια όσο το δυνατόν πληρέστερη προσέγγιση των καλλιτεχνικών πρακτικών και κατευθύνσεων του σύγχρονου καλλιτεχνικού δυναμικού. Η επιλογή της χρονολογίας 1965, πέρα από τις ανάγκες οριοθέτησης της έρευνας που εξυπηρετεί, προσδιόρισε ταυτόχρονα ως χρονική περίοδο μελέτης τη δραστηριότητα των Ελλήνων καλλιτεχνών την τελευταία δεκαετία περίπου. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως και σήμερα σηματοδοτείται από μια σειρά αλλαγών για τα εγχώρια δεδομένα1, όπως η ίδρυση και η δραστηριοποίηση δύο κρατικών μουσείων σύγχρονης τέχνης, η πραγματοποίηση μεγάλης κλίμακας διεθνών εκθέσεων και άλλων που επικεντρώθηκαν στην παρουσίαση του έργου νέων Ελλήνων καλλιτεχνών.
Στο πλαίσιο της έρευνας, μελετήθηκε το έργο της νεότερης γενιάς των Ελλήνων καλλιτεχνών σε σχέση με σύγχρονους διεθνείς καλλιτεχνικούς προβληματισμούς γύρω από έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση, πολυπολιτισμικότητα, κουλτούρα των ΜΜΕ, νέες τεχνολογικές και επικοινωνιακές δυνατότητες, και τέθηκαν μια σειρά ερωτήματα. Με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό το έργο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών συνομιλεί με την εγχώρια και την παγκόσμια σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα; Ποια είναι η κριτική τους σχέση με την εντόπια κουλτούρα και τον σύγχρονο πολιτισμό της πληροφορίας; Πώς τοποθετείται η καλλιτεχνική παραγωγή τους στην αυγή του 21ου αιώνα στο πλαίσιο σύγχρονων πραγματώσεων και πρακτικών;
Υπό το πρίσμα αυτό, η επιλογή των καλλιτεχνών της έκθεσης έγινε μέσα από ένα συνδυασμό κριτηρίων που διαμορφώθηκαν από την ίδια την ερευνητική διαδικασία. Βασικό κριτήριο για την επιλογή υπήρξε η κριτική θέση των καλλιτεχνών απέναντι σε καίρια σύγχρονα ζητήματα και εικαστικούς προβληματισμούς όπως ο κοινωνικός ρόλος της αρχιτεκτονικής, οι νέες επικοινωνιακές συνθήκες παραγωγής του καλλιτεχνικού έργου, η επαναπραγμάτευση της ιστορίας τέχνης μέσα από έργα που αποτελούν νέες αισθητικές και εννοιολογικές προτάσεις. Σημαντικό κριτήριο επίσης ήταν το σύνολο της εικαστικής έρευνας και δραστηριότητας του κάθε καλλιτέχνη. Επιλέχθηκαν καλλιτέχνες που έχουν ήδη μια πολυετή πορεία και ήδη διαμορφωμένο ύφος και συγχρόνως ορισμένοι νεότεροι που έχουν ξεκινήσει πρόσφατα τη δραστηριότητά τους.
Η έκθεση, χωρίς να αποτελεί μια εξαντλητική παρουσίαση, συνιστά μια διερεύνηση ουσιωδών προτάσεων και τάσεων της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα από μια επιλογή 34 καλλιτεχνών. Περιλαμβάνει νέες προτάσεις καλλιτεχνών ειδικά για την έκθεση αλλά και παλιότερα έργα που επιλέχθηκαν σε στενή συνεργασία με τους καλλιτέχνες. Τα έργα αυτά συγκεντρώνονται σε μια κοινή παρουσίαση με ανοιχτή δομή, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία ενός πεδίου σχέσεων που ανιχνεύει τις διαφαινόμενες και τις διαμορφωμένες κατευθύνσεις, τις ιδιοπροσωπίες και τις συλλογικές τάσεις και τους πιθανούς μελλοντικούς προσανατολισμούς. Μέσα από το διάλογο που αναπτύσσεται μεταξύ των έργων προβάλλονται τα χαρακτηριστικά που συνυπάρχουν, συγκλίνουν, συγκρούονται και αλληλεπιδρούν αναδεικνύοντας τη σύγχρονη καλλιτεχνική δυναμική.

Η νέα αυτή νομαδική γενιά Ελλήνων καλλιτεχνών κινείται ανάμεσα στην Ελλάδα και σε διεθνή κέντρα επιδιώκοντας να δημιουργήσει και να παρουσιάσει το έργο της, τις περισσότερες φορές όμως διατηρεί και ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα και τους εγχώριους καλλιτεχνικούς φορείς. Οι καλλιτέχνες της έκθεσης μετέχουν σε διαφορετικά δίκτυα καλλιτεχνικής παραγωγής.2 Αυτό το οποίο τους συνδέει, πέρα από το κοινό παρελθόν και τις κοινές ρίζες, είναι οι συνεχείς διαλεκτικές διαδικασίες πολιτισμικών αλλαγών και διαλόγου στις οποίες εντάσσονται. Στο πλαίσιο του σύγχρονου πολιτισμού της πληροφορίας και των νέων τεχνολογικών και πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων, οι καλλιτέχνες κινούνται σε ένα πεδίο μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου, στο οποίο οι παραδοσιακοί ορισμοί εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας και οι μεταξύ τους συσχετισμοί επανακαθορίζονται. Σ’ ένα διεθνικό κόσμο συνύπαρξης πολλαπλών ταυτοτήτων, κατά τον Μπρούνο Λατούρ, ««οι ετικέτες δεν μπορούν πλέον να τοποθετηθούν με ασφάλεια κατά μήκος της προηγούμενης κλίμακας, εκτεινόμενες, μέσα από διαδοχικές επεκτάσεις, από το πλέον τοπικό στο πλέον παγκόσμιο. Αντί να αφαιρούνται η μία από την άλλη, οι αντικρουόμενες ταυτότητες προστίθενται διαρκώς. Και ωστόσο παραμένουν σε σύγκρουση και, επομένως, πρέπει να διαχωριστούν, καθώς κανείς δεν μπορεί να ανήκει σε όλες αυτές συγχρόνως…»3
Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αυτά, η έκθεση ανιχνεύει τους προβληματισμούς και την κριτική στάση των Ελλήνων καλλιτεχνών απέναντι σε ζητήματα που αναπτύσσονται γύρω από τη μαζική κουλτούρα και τα μέσα της, την κοινωνική και την πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής, την επανεξέταση της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας, και την επανερμηνεία της ιστορίας της τέχνης και της ιστορίας. Τα πεδία έρευνας εξετάζονται στο πλαίσιο διεθνών καλλιτεχνικών προβληματισμών, αλλά και σε σχέση με ένα ευρύ φάσμα εγχώριων κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων της τελευταίας δεκαετίας.

Οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες χρησιμοποιούν μια τεράστια δεξαμενή σημείων και στοιχείων από τον κινηματογράφο, το διαδίκτυο, την ψυχαγωγία, τη διαφήμιση και τα κόμικ. Όπως σημείωνε στο κείμενο «Η λογική της ισοτιμίας» ο Μπόρις Γκρόυς, «Ο σημερινός κόσμος των μαζικών μέσων είναι μακράν η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη μηχανή παραγωγής εικόνων – πολύ μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη από το σημερινό καλλιτεχνικό σύστημα. Στην εποχή που διαδέχεται την κλασική πρωτοπορία, ο καλλιτέχνης μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό, μπορεί να αναφερθεί μέσω της τέχνης του στην απεραντοσύνη του καλλιτεχνικού πεδίου εικόνων, μέσα στο οποίο τα πεδία εικόνων της διαφήμισης και της ψυχαγωγίας δεν αποτελούν παρά μικρά τμήματά του».4 Τις τελευταίες δεκαετίες διευρύνονται στην Ελλάδα οι δυνατότητες παραγωγής και προβολής ηλεκτρονικών εικόνων από σύγχρονα μέσα επικοινωνίας.5 Αποτελεί πλέον κοινό τόπο η διαπίστωση ότι ένας μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών της νεότερης γενιάς αντλεί υλικό, επιλέγει και ακολουθεί διαδρομές ανάμεσα σε σημεία και εικόνες της μαζικής κουλτούρας, υιοθετεί και εξετάζει τις δομές και τους μηχανισμούς των μέσων της. Ποιοι είναι όμως οι ειδικότεροι όροι με τους οποίους μεταφράζεται η ποπ κουλτούρα στο έργο των καλλιτεχνών της νεότερης γενιάς και ποια η κριτική τους διερεύνηση απέναντι σε αυτήν;
Η τεχνολογία της πληροφορίας και το διαδίκτυο αναδεικνύονται ως τα νεότερα μέσα που διαμορφώνουν την ποπ κουλτούρα και αλλάζουν τη μορφή της μαζικής ψυχαγωγίας μέσω του ψηφιακού και εικονικού περιβάλλοντος. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και μια νέα περιοχή της μαζικής κουλτούρας: το διαδίκτυο. Οι νέες τεχνολογικές πραγματικότητες αποτελούν για τους σύγχρονους καλλιτέχνες όχι μόνο πεδίο έμπνευσης αλλά και μια περιοχή παρουσίασης του καλλιτεχνικού τους έργου.

[…] Όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες στρέφουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνική και πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής. Ο διαρκώς μεταλλασσόμενος χαρακτήρας των σύγχρονων μητροπόλεων, μεταξύ των οποίων και της Αθήνας, έχει επιφέρει μια πληθώρα αλλαγών στους τρόπους ζωής και κατοίκησης. Οι αλλαγές πολεοδομικού χαρακτήρα επιδρούν στον τρόπο με τον οποίο κάθε πολίτης αντιλαμβάνεται το χώρο γύρω του και τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Τα τελευταία χρόνια, οι νέες αυτές σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ υποκειμένου και αστικού περιβάλλοντος αποτελούν όλο και περισσότερο αντικείμενο μελέτης και καλλιτεχνικής έρευνας. Η πιο γενική έννοια του καλλιτεχνικού έργου ειδικά για συγκεκριμένο χώρο (site-specific) αναλύεται από τη Miwon Kwon, μέσα σε ένα πλαίσιο διεπιστημονικού διαλόγου που συνδυάζει «από τη μια μεριά ιδέες για την τέχνη, την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, και από την άλλη θεωρίες για την πόλη, τον κοινωνικό και δημόσιο χώρο».6
Μία αντίστοιχη μεταβολή παρατηρείται και στο έργο των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών οι οποίοι απομακρύνονται «από την καθεαυτού μορφή και την κατασκευή» και στρέφονται «στη σχέση σώμα-κατοίκηση-δημόσιος χώρος».7 Οι καλλιτέχνες συχνά εξετάζουν τη σχέση της αρχιτεκτονικής με την ιστορία και την επίδρασή της στη σημερινή πραγματικότητα, διερευνούν πτυχές του δομημένου ιδιωτικού και δημοσίου χώρου και τη σχέση του με το άτομο ή εστιάζουν σε θέματα αρχιτεκτονικής αισθητικής και λειτουργικότητας, αναλύοντάς τα στις κοινωνικές και πολιτικές τους συνιστώσες.
[…] Η αναζήτηση της προσωπικής και της συλλογικής ταυτότητας υπήρξε πάντα ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα που διερευνούσαν οι καλλιτέχνες. Η αναζήτηση της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και η σχέση των ανθρώπων με το κοινωνικό περιβάλλον συνεχίζει να απασχολεί και τις νεότερες γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών. Σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν τις πραγματικότητες ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, οι καλλιτέχνες αναζητούν μια ταυτότητα, ένα αίσθημα ανήκειν μέσα στον τόπο στον οποίο ζουν.
Η αναζήτηση της ταυτότητας, στο έργο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών, παίρνει πρωτίστως μια ατομική μορφή. Οι καλλιτέχνες στρέφονται στον εαυτό τους, σε μια περισσότερο ενδοσκοπική διεργασία, επιδιώκοντας την προσάρτηση του εαυτού μέσα στην κοινωνία. Το εικαστικό έργο ενός σημαντικού αριθμού καλλιτεχνών αυτής της γενιάς φανερώνει εναγώνιες αναζητήσεις αυτοκαθορισμού σε έναν σύγχρονο αποξενωμένο κόσμο. Αυτή η διασπασμένη και κατακερματισμένη ταυτότητα ενός ατόμου που βρίσκεται σε διάσταση με το περιβάλλον του, είναι έντονα εμφανής στα έργα πολλών καλλιτεχνών.
[…] Μέσα από ένα κοινωνιολογικό πρίσμα, το έργο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών φαίνεται να αντανακλά την αβεβαιότητα που έχουν προκαλέσει οι αλλαγές της νεωτερικότητας.8 Ο ιδιωτικός βίος καθώς και τα ενδόμυχα της ατομικότητας και οι μεταβολές τους στις αρχές του νέου αιώνα βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης. Όπως αναφέρει ο Ρίτσαρντ Τζένκινς, «Η ‘αναστοχαστική ταυτότητα του εαυτού’ συγκαταλέγεται στα φαινόμενα που χαιρετίστηκαν από ορισμένους θεωρητικούς των κοινωνικών επιστημών […] ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης εποχής».9
[…] Ένας σημαντικός αριθμός καλλιτεχνών της έκθεσης θέτει στο επίκεντρο της έρευνάς του την επανερμηνεία της ιστορίας της τέχνης και της ιστορίας στις κοινωνικές συνιστώσες της και την επανεγγραφή τους στο παρόν. Η ιστορία και η ιστορία της τέχνης δεν αποτελούν παρωχημένα σχήματα με εξαντλημένη σημασία, αλλά αναδεικνύονται σε ουσιώδεις παράγοντες σημασιοδότησης και κατανόησης του παρόντος. Κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, «η ιστορία είναι το αντικείμενο μιας κατασκευής της οποίας ο τόπος δεν είναι ο ομοιογενής και κενός χώρος αλλά ένα μόρφωμα που γεμίζει από «επίκαιρο» χρόνο».10 Οι καλλιτέχνες της έκθεσης εστιάζουν σε αυθαίρετες προσεγγίσεις, προσωπικές ερμηνείες του παρελθόντος και υποκειμενικές αντιλήψεις της ιστορικής πραγματικότητας στην κυρίαρχη κατασκευή της ιστορίας αντιπαραθέτουν μια πληθώρα μη γραμμικών αφηγήσεων και ιστοριών.11
[…] Οι τάσεις και οι κατευθύνσεις που αναλύθηκαν δεν αποτελούν μια απόπειρα κατηγοριοποίησης των καλλιτεχνών, αλλά λειτουργούν ως άξονες έρευνας για την ανάγνωση των έργων τους και την προσέγγιση της καλλιτεχνικής τους σκέψης. Η έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο αποτελεί ένα στοχασμό ως προς το σύγχρονο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και μια προσπάθεια να αφουγκραστεί το παρόν μέσα σε μια ιστορική συνέχεια. Λαμβάνοντας υπόψη ότι «δεν υπάρχει απλώς το τώρα: κάθε παρόν είναι μη-σύγχρονο, ένα μείγμα διαφορετικών χρονικών στιγμών»12, επιδιώκει να διεισδύσει στο παρόν, στον «ενεστώτα χρόνο» τοποθετώντας το σε ένα ανοιχτό πλαίσιο κριτικής πραγμάτευσης.

Δάφνη Βιτάλη, Τίνα Πανδή, Σταμάτης Σχιζάκης
(απόσπασμα του κειμένου των επιμελητών από τον κατάλογο)

1. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να αναφερθούν η ίδρυση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 1997 και η έναρξη της λειτουργίας του το 2000, που κάλυψε το επί δεκαετίες κενό της απουσίας ενός ανάλογου θεσμού στην Αθήνα, καθώς και η ταυτόχρονη ίδρυση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Επίσης, η στέγαση του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ σε μόνιμο εκθεσιακό χώρο το 1998 και η δημιουργία του εκθεσιακού χώρου της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών Το εργοστάσιο το 1995.
2. Δεκατρείς από τους καλλιτέχνες της έκθεσης ζουν και δραστηριοποιούνται σε διεθνή κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής, όπως το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Άμστερνταμ, το Παρίσι και η Νέα Υόρκη. Οι καλλιτέχνες φοιτούν σε Σχολές Καλών Τεχνών στα κέντρα αυτά, αναπτύσσουν συνεργασίες με φορείς, ιδρύματα και γκαλερί.
3. Βruno Latour, «On the difficulty of being glocal», Art-e-fact, http://artefact.mi2.hr/_a04/lang_en/theory_latour_en.htm.
4. Μπόρις Γκρόυς, «Η λογική της ισοτιμίας», Σύνοψις 3 – Μαρτυρίες: Μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, (κατ. έκθ.), επιμ. Άννα Καφέτση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Αθήνα 2003, σ. 21.
5. Ο Νικόλας Σεβαστάκης επισημαίνει το μετασχηματισμό της πολιτισμικής λογικής που καθορίζει τα μέσα επικοινωνίας στην Ελλάδα. «Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 διαμορφώνονται και εδώ ισχυροί καινοτομικοί κώδικες […]. Οι νέοι κώδικες εξελίσσονται μορφολογικά και από την άποψη του περιεχομένου στη βάση του συστήματος των μέσων επικοινωνίας, της διαφήμισης και της εμπορικής πολιτιστικής σφαίρας, υποδεικνύοντας πρότυπες εικόνες του εαυτού και της ευδαίμονος ζωής, προτείνοντας συγκεκριμένα ανθρωπολογικά μοντέλα και υπαρξιακά desiderata», Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα. Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, Σαββάλας, Αθήνα 2004, σ. 29.
6. Miwon Kwon, One Place after Another: Site-Specific Art and Locational Identity, The MIT Press, Κέμπριτζ, Μασ., 2002, σ. 2-3.
7. Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «Πρόγραμμα για ένα εδαφικό εργαστήριο του παρόντος», Gap #1, Ιανουάριος Φεβρουάριος 2005.
8. Ο Ρίτσαρντ Τζένκινς αναφέρει τις εξής δραματικές αλλαγές: επαναπροσανατολισμός της εργασίας και της οικογένειας, κινητικότητα των κοινωνικών τάξεων και θέσεων, μετανάστευση, […], η εκ νέου χάραξη πολιτικών συνόρων. Richard Jenkins, Κοινωνική ταυτότητα, μτφρ. Κ. Γεωργοπούλου, Σαββάλας, Αθήνα 2007, σ. 37.
9. Richard Jenkins, Κοινωνική ταυτότητα, ό.π., σ. 38.
10. Michael Löwy, Walter Benjamin: Προμήνυμα κινδύνου. Μια ανάγνωση των θέσεων «Για τη φιλοσοφία της ιστορίας», μτφρ. Ρ. Πέσσαχ, επιμ. Π. Γκέκα, Πλέθρον, Αθήνα 2004, σ. 154.
11. Remaking History, Discussions in Contemporary Art and Culture, επιμ. Barbara Kruger και Phil Mariani, Dia Art Foundation, The New Press, Νέα Υόρκη 1989, σ. 9.
12. «Τhere is no simply now: every present is nonsynchronous, a mix of different times». Hal Foster, «Whatever happened to post-modernism?», The Return of the Real: Art and Theory at the End of the Century, The MIT Press, Κέμπριτζ, Μασ., 1996, σ. 207.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Επιμέλεια: Δάφνη Βιτάλη, Τίνα Πανδή, Σταμάτης Σχιζάκης
Συντονισμός έκδοσης: Ελισάβετ Ιωαννίδη
256 σελ., 30 x 24 εκ, Αθήνα 2007
Δίγλωσσος (Ελληνικά / Αγγλικά)
Με κείμενα και αναπαραγωγές των έργων
ISBN 978-960-8349-22-3
Διατίθεται προς πώληση: τιμή 25 ευρώ


EL / EN