ΕΜΣΤ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ. Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ Α.Κ. ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ EMΣΤ ΝΕΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ 2011

9/11/2011 - 18/03/2012

ΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

9/11/2011 – 18/3/2012

Επιμέλεια: Δάφνη Βιτάλη

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παρουσιάζει από τις 9 Νοεμβρίου 2011 έως τις 18 Μαρτίου 2012 το νέο έργο του Γιώργου Χατζημιχάλη με τίτλο Γιώργος Χατζημιχάλης- Ο ζωγράφος- Α.Κ.-  Ένα Μυθιστόρημα, στο πλαίσιο της σειράς ΕΜΣΤ Νέες Παραγωγές 2011, παραγγελίες του μουσείου που πραγματοποιείται με την ευγενική υποστήριξη του Bombay Sapphire gin.

Πρόκειται για μια εγκατάσταση που αποτελείται από 265 μικρών και μεσαίων διαστάσεων ζωγραφικά έργα, 27 φωτογραφίες, μία κατασκευή και ένα βίντεο, τα οποία αποτελούν την αναδρομική έκθεση ενός φανταστικού ζωγράφου. Υιοθετώντας την πρακτική ενός μυθιστοριογράφου, ο Χατζημιχάλης οραματίζεται ένα μυθοπλαστικό πρόσωπο και φιλοτεχνεί τα έργα του, εξιστορώντας μια ιστορία. Πρόκειται για ένα έργο με πολλαπλές αναγνώσεις και περιλαμβάνει πλήθος αναφορών και συσχετισμών. Στο έργο αυτό ο Χατζημιχάλης συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, το βιωματικό με τη φαντασίωση, τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα, την ταυτότητα με την ετερότητα και τον εαυτό με τον Άλλον. Το έργο εμπεριέχει και ένα υποβόσκων αυτοβιογραφικό στοιχείο, καθώς αναπόφευκτα ο βίος του φανταστικού ζωγράφου συναντάει αυτόν του δημιουργού του μυθιστορήματος. Στο αφηγηματικό αυτό έργο, ο Γιώργος Χατζημιχάλης καταπιάνεται με θέματα όπως το ανθρώπινο σώμα και η ανθρώπινη ψυχή, η ασθένεια, η απώλεια, η μνήμη, η ψύχωση, ο θάνατος.

Ο τίτλος του έργου και κατ’ επέκταση o τίτλος της παρούσας έκθεσης, έχει τη μορφή των πληροφοριών ενός βιβλίου. Ο Γιώργος Χατζημιχάλης, είναι ο συγγραφέας, ο ζωγράφος Α.Κ. ο τίτλος του, ενώ το είδος του βιβλίου είναι μυθιστόρημα. Πρόκειται βέβαια για ένα εικαστικό μυθιστόρημα το οποίο δεν είναι γραμμένο με λέξεις αλλά με εικόνες, κυρίως ζωγραφικές αλλά και φωτογραφικές και κινούμενες (βίντεο), το οποίο δημιουργήθηκε μέσα σε ένα διάστημα τεσσάρων περίπου χρόνων.

Μέσα από τον ψυχισμό του Α.Κ., ο Χατζημιχάλης μιλάει έμμεσα για τη δική του ιστορία, για τη δική του καλλιτεχνική διαδρομή, για τις δικές του σκέψεις, επιθυμίες, ανάγκες, φοβίες και ανησυχίες, αποκαλύπτοντας απόκρυφες στιγμές από τον δικό του βίο. Η αναζήτηση του εαυτού μέσω του Άλλου, αλλά και του εαυτού ως Άλλου, είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης ολόκληρου του έργου.

Με την ευγενική υποστήριξη του
 BOMBAY SAPPHIRE, the BOMBAY SAPPHIRE bottle design and device are trademarks and/or registered trademarks

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Συνάντηση με τον Άλλον

[…] Το έργο Γιώργος Χατζημιχάλης. Ο ζωγράφος Α.Κ. Ένα μυθιστόρημα έχει ως αφετηρία την κατασκευή ενός Άλλου προσώπου και σκοπό την εξιστόρηση της ζωής του προσώπου αυτού. Κατασκευάζοντας λοιπόν μια νέα persona, o Χατζημιχάλης καλείται να φανταστεί τα στοιχεία της ταυτότητάς του, δηλαδή το φύλο του, την εθνικότητα του, την ηλικία του, την εποχή στην οποία έζησε, το επάγγελμά του, την ψυχοσύνθεσή του, κτλ. Συνεπώς ο Χατζημιχάλης συνθέτει έναν χαρακτήρα που έχει καταρχήν ενδιαφέρον για τον ίδιο· για τους δικούς του προσωπικούς και καλλιτεχνικούς προβληματισμούς. Πρόκειται λοιπόν για έναν άντρα καλλιτέχνη, και συγκεκριμένα για έναν ζωγράφο, ο οποίος αν ζούσε σήμερα θα ήταν 87 χρονών, ενώ πεθαίνει τελικά γύρω στα 60 του χρόνια. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι τα βιογραφικά αυτά στοιχεία του μυθιστορηματικού ήρωα δεν είναι τυχαία. Ο Χατζημιχάλης επιλέγει ο ήρωας του να είναι ακριβώς τριάντα χρόνια μεγαλύτερός του, και άρα θα μπορούσε να έχει την ηλικία του πατέρα του, και να ζει μέχρι περίπου την ηλικία που έχει  ο ίδιος σήμερα.

Είναι εμφανές ότι η ονομασία Α.Κ., στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργου, δεν αποτελεί ένα απλό ψευδώνυμο όπως στο έργο Μια στιγμή στο μυαλό του κυρίου Α.Κ., αλλά ένα ετερώνυμο (heteronym), για να χρησιμοποιήσουμε την λογοτεχνική έννοια του Φερνάντο Πεσσόα. Όπως ο Πεσσόα απέδιδε το έργο του σε λογοτεχνικά alter egos, έτσι και ο Χατζημιχάλης, με έναν παρόμοιο τρόπο, δεν επιλέγει για το έργο αυτό ένα μόνο ψευδώνυμο, αλλά δημιουργεί έναν χαρακτήρα που έχει μια ολοκληρωμένη ταυτότητα, μια υποτιθέμενη βιογραφία, μια συγκεκριμένη σωματική κατασκευή και ένα προσωπικό ζωγραφικό ύφος. Δημιουργεί δηλαδή ένα εικαστικό alter ego με το οποίο ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος. Η διαφορά βέβαια είναι ότι ο Χατζημιχάλης μας γνωστοποιεί την πρακτική του αυτή, και μάλιστα την επισημαίνει, σε αντίθεση με τον Πορτογάλο συγγραφέα ο οποίος την αποσιωπούσε. […] […] Η επιλογή του Χατζημιχάλη να κατασκευάσει μια προσωπικότητα και να δημιουργήσει ο ίδιος ένα σύνολο έργων που υπογράφει κάποιος άλλος, δίνει στον καλλιτέχνη την δυνατότητα να κρατήσει μια απόσταση από το καλλιτεχνικό υποκείμενο (δηλαδή από τον εαυτό του), αλλά και από το καλλιτεχνικό αντικείμενο (δηλαδή από τα έργα που δημιουργεί). Κατά συνέπεια, η απόσταση αυτή δίνει την ευκαιρία στον Χατζημιχάλη να επισκεφτεί ψυχικές καταστάσεις και ζητήματα που τον απασχολούν -προσωπικά και καλλιτεχνικά- με μεγαλύτερη ευκολία. Όπως μας διδάσκει η ψυχαναλυτική θεωρία, είναι ευκολότερο να βλέπουμε τα θέματα μας όταν τα προβάλουμε σε κάποιον Άλλον. Μέσα από τον ψυχισμό του Α.Κ., ο Χατζημιχάλης μας αποκαλύπτει προσωπικές του σκέψεις, ιδέες, ανάγκες, φοβίες και δυσκολίες μιας ολόκληρης ζωής. Συνεπώς, ο καλλιτέχνης πλάθει έναν ζωγράφο, για να μιλήσει έμμεσα για τη δική του ιστορία, για τη δική του καλλιτεχνική διαδρομή, για τις δικές του ανησυχίες και επιθυμίες, αποκαλύπτοντας απόκρυφες στιγμές από τον δικό του βίο. […] […] Πρόκειται λοιπόν για μια περιπέτεια μέσα στην ψυχή ενός ζωγράφου, ο οποίος λίγα χρόνια πριν πεθάνει γίνεται ψυχωτικός. Η δουλειά του ζωγράφου είναι κατά κύριο λόγο χωρισμένη σε δύο μέρη: στα έργα που δημιούργησε πριν και σε αυτά που δημιούργησε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του. Ο Χατζημιχάλης διηγείται την ιστορία υποδυόμενος τον ζωγράφο και όχι εξιστορώντας ως αφηγητής. Αυτή η διαδικασία της αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, δημιουργεί μια ταύτιση ανάμεσα στον Χατζημιχάλη και τον ήρωα του. Ο Χατζημιχάλης αφουγκράζεται τον ψυχισμό του ζωγράφου. Μέσα από τα έργα, τη θεματολογία τους και την εικαστική τους γραφή, αλλά και μέσα από την αλληλουχία των εικόνων και τους συσχετισμούς που δημιουργούνται, μπορούμε να εντοπίσουμε την ιστορία που «ζωγραφίζει» ο Χατζημιχάλης στα 300 περίπου έργα της έκθεσης.

Το πρώτο έργο της έκθεσης είναι μια αυτοπροσωπογραφία που δημιουργεί ο Α.Κ. το 1942 σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών. Πρόκειται για ένα πορτρέτο ενός κομψού αδύνατου και γαλήνιου νεαρού άντρα. Στο δεξί μέρος του πίνακα, μέσα από το γκρίζο φόντο, προβάλλει μια σκιά, κάτι σαν αντανάκλαση, μια σκιερή φιγούρα που τον ακολουθεί. Πρόκειται για τη συνάντηση του Α.Κ. με τη σκιά του; Με τον Άλλον του εαυτό; Ή με τον Διπλό του εαυτό; Στο ζωγραφικό αυτό έργο πιστεύω ότι συνοψίζεται ένα από τα κυριότερα θέματα ολόκληρου του έργου. Η συνάντηση ενός ανθρώπου με τη σκιά του, δηλαδή η συνάντηση με τον εαυτό του. Η σκιά, το είδωλο, ο αντικαθρεπτισμός, αποτελούν συμβολικές έννοιες της ψυχής και αφορούν στην υπόθεση της αυτονομίας της ψυχής από το εγώ μας. Αυτές οι διάφορες μορφές του ψυχής (σκιά, αντανάκλαση, κ.ά.) αναφέρονται στην έννοια του Διπλού εαυτού, που αποτελεί μια αναπαράσταση του εγώ. Συνεπώς, στο πρώτο έργο της έκθεσης, η συνάντηση του Α.Κ. με την σκιά του, συμβολίζει τη συνάντηση του Χατζημιχάλη με τον Α.Κ. που διαδραματίζεται στο μυθιστόρημα αυτό, αφού ο Α.Κ. είναι η προβολή, ο διπλός εαυτός του Χατζημιχάλη. […] […] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το δεύτερο και το τρίτο έργο του πρώτου κεφαλαίου, αποτελούν αναπαραγωγές έργων του Χατζημιχάλη που είχε δημιουργήσει όταν ήταν δεκατεσσάρων και δεκαπέντε χρονών. Μέσα από αυτά τα πρώιμα έργα του Α.Κ., ο Χατζημιχάλης επιτυγχάνει μια συνάντηση με τον εαυτό του σε νεαρή ηλικία και επαναπραγματεύεται τη θεματολογία της ζωγραφικής του, το ζωγραφικό του ύφος καθώς και τις επιρροές του. Το δεύτερο έργο απεικονίζει μια πληθώρα ανήσυχων και εκφραστικών εξπρεσιονιστικών προσώπων που απευθύνουν αλλόκοτες γκριμάτσες. Πρόκειται για ένα έργο που σαφώς παραπέμπει στους ζωγραφικούς πίνακες με τις μάσκες του Βέλγου καλλιτέχνη Τζέιμς Ένσορ. Η μάσκα ως σύμβολο, αναφέρεται και στην ιδέα της υπόδυσης ρόλου, της μεταμφίεσης και της ενσάρκωσης που αναφέραμε παραπάνω.

Μετά το δεύτερο ζωγραφικό έργο της έκθεσης, που χρονολογείται στα 1939, όλα τα υπόλοιπα παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, σειρά με την οποία τα κατασκεύασε και ο Χατζημιχάλης. Οι ζωγραφιές που αποτελούν το πρώτο κεφάλαιο της έκθεσης και του συνοδευτικού βιβλίου, δημιουργήθηκαν μεταξύ 1939 και 1951. Στον πρώτο τοίχο του κεφαλαίου εντοπίζουμε ταλαιπωρημένα, αλλοιωμένα και παραμορφωμένα πρόσωπα, ανθρώπινες κραυγές, έναν άνθρωπο κρεμασμένο, έναν άνθρωπο προς εκτέλεση, ένα πρόσωπο που μοιάζει καμένο, μια μούμια σε εμβρυακή στάση. Πρόσωπα που εκφράζουν πόνο, συναισθηματική αγωνία και τρόμο. Τα έντονα και σκοτεινά χρώματα, καθώς και το ύφος της ζωγραφικής αναφέρονται στον γερμανικό εξπρεσιονισμό και σε καλλιτέχνες όπως τον Έντβαρτ Μουνκ, τον Chaim Soutine, τον Όσκαρ Κοκόσκα, κ.ά. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται και μια σειρά από νυχτερινές τοπιογραφίες που συλλαμβάνουν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και σκοτεινότητας που υποβάλλουν τον θεατή.

Ο λόγος για τον οποίο ο Α.Κ. απεικονίζει έναν κόσμο φθοράς, πόνου, αρρώστιας και ανησυχίας, πιθανόν να σχετίζεται με την εποχή στην οποία δημιούργησε αυτά τα έργα. Πρόκειται για την περίοδο που η Ελλάδα βιώνει μια πολύπαθη δεκαετία και περνάει από τη δικτατορία του Μεταξά, στη γερμανική κατοχή και στον εμφύλιο πόλεμο. Νέος σε μια δύσκολη και σκληρή στιγμή για το ελληνικό έθνος, ο Α.Κ. δημιουργεί έργα που ενώ δεν απεικονίζουν τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά, μεταφέρουν το αίσθημα δυσκολίας και απελπισίας που υπήρχε. Πέρα όμως από την υπόθεση αυτήν, θα μπορούσαμε ακόμα να φανταστούμε πως ο Α.Κ. βίωνε και μια προσωπική δυσκολία, η οποία ενδεχομένως να σχετίζεται με ψυχολογικά  προβλήματα ή θέματα υγείας, δικά του ή κοντινού του προσώπου. Στα έργα αυτά, η ατομική πάθηση και δυστυχία συναντάει τη συλλογική ατυχία και δοκιμασία. […] […] Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο του έργου, ξεκινάει το 1976 και τελειώνει με το θάνατο του ζωγράφου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Πρόκειται για τα χρόνια που ο Α.Κ. αποφασίζει να απομονωθεί στο σπίτι του, ζωγραφίζοντας μια σειρά από μικρού μεγέθους ακρυλικά σε ξύλο, το ένα μετά το άλλο. Όντας σε μια οριακή κατάσταση μεταξύ νεύρωσης και ψύχωσης, ζωγραφίζει με εμμονή και μεγάλη ακρίβεια λεπτομέρειες του σπιτιού του όπως πόμολα, χερούλια, κλειδαρότρυπες, πλακάκια, σωλήνες, διακόπτες, νεροχύτες, καλοριφέρ, χαραμάδες, κ.ά., καθώς και ορισμένα προσωπικά αντικείμενα που βρίσκει στον χώρο. Ο Α.Κ. εστιάζει στη λεπτομέρεια και φιλοτεχνεί κοντινά «ζωγραφικά πλάνα», επιδιώκοντας την πιστή αναπαράσταση και την απόλυτη τελειότητα. Αυτό με το οποίο φαίνεται να αγωνίζεται ο ζωγράφος μέσα από τα έργα αυτά, είναι η ανάγκη του να πιαστεί από το ρεαλιστικό στοιχείο με σκοπό να κρατήσει την επαφή του με την πραγματικότητα. Με υπερβολική αφοσίωση γραπώνεται στην λεπτομέρεια, με στόχο να μην αφήσει τον εαυτό του και χάσει το μυαλό του. Το καφκικό στερεότυπο μιας μοναχικής μορφής που γράφει μέσα από οδύνη και αγωνία εμφανίζεται εδώ με τον Α.Κ., ο οποίος ζωγραφίζει μέσα από ένα αντίστοιχο αίσθημα αγωνίας, βάσανου και ανάγκης.

Τα τόσο ρεαλιστικά και αναπαραστατικά αυτά έργα, διαφέρουν εντελώς από τα έργα που δημιούργησε όσο ήταν καταθλιπτικός και, παρόλο που φανερώνουν την ψυχωτική του πάθηση, τα έργα αυτά μεταφέρουν μια πιο ανάλαφρη αίσθηση από τα προηγούμενα. Ο μεγάλος αριθμός των έργων (170 έργα στο σύνολό τους), επισημαίνει και τονίζει την ψυχωτική κατάσταση του ζωγράφου. Πρόκειται για έργα που στερούνται οποιαδήποτε εικαστική αναζήτηση ή καλλιτεχνικό προβληματισμό. Η προσπάθεια είναι ανώφελη και μάταιη. Το χαρακτηριστικό της ενότητας αυτής, είναι η αποσπασματικότητα και ο κατακερματισμός. Η εστίαση στη λεπτομέρεια και το σκληρό φως των έργων, έχουν ως αποτέλεσμα να χάνεται το σύνολο. Ο Α.Κ. νομίζει ότι βλέπει και ότι έχει επαφή, αλλά στην πραγματικότητα είναι πλέον τυφλός και χαμένος. Ο Α.Κ. πεθαίνει στα μέσα της δεκαετίας του 80 «σε μια κατάσταση μη επικοινωνίας με το περιβάλλον του». […] […] Η τελευταία σκηνή της ταινίας, η οποία είναι και η τελευταία εικόνα της έκθεσης, είναι αινιγματική και ανακαλεί ψυχαναλυτικά θέματα όπως την αντανάκλαση στον καθρέφτη, το πορτραίτο του εαυτού και του Άλλου και την ιδέα του διπλού, έννοιες που βρίσκονται στο επίκεντρο ολόκληρου του έργου. Η αναζήτηση του εαυτού μέσω του Άλλου, αλλά και του εαυτού ως Άλλου, είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης ολόκληρου του έργου. Το κίνητρο δημιουργίας του έργου δεν φαίνεται να είναι οι εικαστικές αναζητήσεις του ζωγράφου. Γιατί τότε θα διερωτόμασταν για ποιον από τους δυο ζωγράφους μιλάμε; Κι εδώ υπάρχει ένα οξύμωρο. Στην πραγματικότητα τα μεμονωμένα ζωγραφικά έργα, δεν ανήκουν ούτε στον Α.Κ., αφού εκείνος δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ούτε και στον Χατζημιχάλη, αφού ο ίδιος δεν θα τα υπέγραφε και δεν θα τα παρουσίαζε ως δικά του εάν δεν είχε επινοήσει το συγκεκριμένο πλαίσιο. Από την άλλη μεριά όμως, τα έργα ανήκουν και στον έναν και στον άλλον. Στον Χατζημιχάλη διότι από τη στιγμή που τα έχει δημιουργήσει ο ίδιος, έχουν τη δική του εικαστική γραφή -ακόμα και αν επιδίωξή του ήταν τα έργα να έχουν ουδέτερο ύφος και απρόσωπο χαρακτήρα- και στον Α.Κ. διότι αφηγούνται τη δική του ιστορία, ακόμα κι αν πρόκειται για μια ιστορία μυθιστορηματική. Συνεπώς, το συγκεκριμένο έργο απαιτεί τη συνύπαρξη και των δύο ζωγράφων. Την ταύτισή τους αλλά και την διαφοροποίησή τους. […]

Δάφνη Βιτάλη
Επιμελήτρια της έκθεσης

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Επιμέλεια: Δάφνη Βιτάλη, Γιώργος Χατζημιχάλης
Kείμενα: Δάφνη Βιτάλη, Ούλριχ Λόοκ και Σάββα Μιχαήλ
360 σελ., 16,5 εκ. x 12 εκ.,  Αθήνα 2011
Δίγλωσσος (Ελληνικά / Αγγλικά)
Με κείμενα και αναπαραγωγές των έργων
ΙSBN: 978-960-8349-58-2
Διατίθεται προς πώληση: τιμή 25 ευρώ

 

Φωτογραφία: Γιώργος Χατζημιχάλης, Αυτοπροσωπογραφία, 1942

EL / EN