ΕΜΣΤ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

26/05/2011 - 25/10/2011

ΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

26/5/2011 – 25/10/2011

Επιμέλεια: Δάφνη Βιτάλη

Ζωγραφική του «ιδιωτικού οράματος» θα είχε τον πειρασμό να χαρακτηρίσει κανείς το ανθρωποκεντρικό έργο του Απόστολου Γεωργίου, σε αντιστοιχία προς την ποίηση της συνομήλικής του γενιάς του ’80, κατά τον πολυσυζητημένο όρο. Ζωγραφική  αναδίπλωσης στο άτομο, αφηγηματική και αινιγματική στην λακωνική ελλειπτικότητά της, εικονοποιεί τις μικρές ιστορίες, κάνει λόγο για μυθολογίες καθημερινότητας, αποκαλύπτει υπαρξιακές καταστάσεις ανθρώπινης τρωτότητας και αδυναμίας, αποτυχίας και συναισθηματικής κατάρρευσης, ανοίγοντας τον ιδιωτικό χώρο στη δημόσια θέα, στο βλέμμα των άλλων.
Οι τρυφερές και ταυτόχρονα σαρκαστικές ιστορίες του καλλιτέχνη σε μια εποχή μάλιστα, εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον, όπου η τέχνη της ιδιωτικής σφαίρας έχει περάσει στο διεθνές καλλιτεχνικό προσκήνιο, υπερβαίνουν έναν μοναχικό εγκλεισμό στην αυτοβιογραφική ή μη αυτάρκειά τους. Προϋποθέτουν την εξωτερική μας ματιά για να επιβάλλουν την εσωστρέφειά τους, αναζητούν τη συνάντηση και την επικοινωνία με τον «έξω» κόσμο, κινητοποιώντας το συναίσθημα και το κριτικό μας μειδίαμα.
Με αφετηρία το ιδιωτικό σύμπαν μιας αρσενικής κατά το πλείστον ανθρωπότητας,  η ζωγραφική του Απόστολου Γεωργίου γίνεται πεδίο κριτικής επανεξέτασης και επαναπροσδιορισμού ερωτικών σχέσεων και ταυτοτήτων, φύλων και κοινωνικών ρόλων. Μέσα από την εκδίπλωση της υποκειμενικότητας, όπου ετερότητα και  διαφορά αναζητούν το δικό τους χώρο, μας επιτρέπεται να ξανασκεφτούμε εύθραυστες βεβαιότητες και να αποδεχτούμε την άλλη πλευρά, του εαυτού μας και των διπλανών.

Άννα Καφέτση

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
[…] Ο δημιουργός θέτει στο επίκεντρο της εικαστικής του έρευνας την υπαρξιακή αγωνία και τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο και συλλαμβάνει την αδυναμία του να αντιμετωπίσει τη ζωή, εστιάζοντας σε προσωπικές και ενδόμυχες στιγμές. Ο πρωταγωνιστής του είναι ένας απλός, άτονος και άχρωμος άνθρωπος, ένας απρόσωπος μεσήλικας, ο οποίος εμφανίζεται σε κοινότυπες και καθημερινές καταστάσεις: τη στιγμή που ατενίζει, ψαρεύει, ξεφυλλίζει ένα βιβλίο, προσπαθεί, αποτυγχάνει, πέφτει, σηκώνεται και ξαναρχίζει από την αρχή. Ο Γεωργίου συλλαμβάνει τη θεμελιώδη δισημία και αμφιβολία του καθημερινού. Όπως μας υπενθυμίζει ο Henri Lefebvre, το Καθημερινό είναι ταπεινό και άθλιο, ενώ ταυτόχρονα είναι ο χώρος και ο χρόνος όπου ο άνθρωπος είτε ολοκληρώνεται είτε αποτυγχάνει. Μέσα από τις πεζές περιγραφές του, ο Γεωργίου διερευνά βαθύτερα θέματα για τη διαρκή παρουσία του ανθρώπινου φόβου και τη θεμελιώδη απελπισία και δυσκολία της ζωής. Ο πρωταγωνιστής του, είναι ένας αντιήρωας που διακατέχεται από μια αιχμηρή αίσθηση ζωής και μια αγωνία να υπάρξει σε αυτόν τον κόσμο.

Κυρίαρχα μοτίβα των έργων του είναι η μοναξιά και η αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου. Μέσα από τα σκηνοθετημένα του ζωγραφικά καρέ, ο καλλιτέχνης μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο απομονωμένο, απελπισμένο και εγκλωβισμένο, ο οποίος κουβαλάει ένα δράμα. Ίσως να πρόκειται για μια απώλεια ή για έναν αποχωρισμό, ή ακόμα για κάτι το οποίο είναι απροσδιόριστο. Ενδεχομένως, αυτός ο αγώνας του ανθρώπου να είναι η μεγάλη δοκιμασία της ζωής, η προσωπική δυσκολία που ο καθένας κουβαλάει και με την οποία παλεύουμε καθημερινά, σε ανύποπτες στιγμές. Η μοναξιά λοιπόν αυτή, είναι παντού στο έργο του Γεωργίου και εμφανίζεται συνήθως ως μια «επώδυνη» μοναξιά (loneliness) που βιώνει ο άνθρωπος ως αίσθημα πόνου και κενού. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση της μοναξιάς. Πρόκειται για την μοναξιά που εμφανίζεται και ως μοναχικότητα (solitude), ή ακόμα και ως «ευεργετική μοναξιά». Σε αντίθεση με άλλα συναισθήματα, όπως η επιθετικότητα ή ο θυμός, η μοναξιά είναι ταυτόχρονα και συναίσθημα και κατάσταση. Το δράμα της απομόνωσης στις ιστορίες του Γεωργίου δεν παρουσιάζεται μόνο οδυνηρό και δυσβάσταχτο, αλλά ως κάτι διφορούμενο το οποίο ενίοτε διακωμωδείται και αποκτά έναν πιο ανάλαφρο χαρακτήρα.

[…] Φαίνεται να είναι ακριβώς αυτά τα αντιφατικά και αμφίσημα στοιχεία που βρίσκουμε στη ζωγραφική του Γεωργίου, τα οποία καθιστούν τόσο ενδιαφέρον και ειλικρινές το έργο του. Αυτή η δριμεία αίσθηση και η έντονη ανησυχία, αποτυπώνεται με μια αίσθηση χιούμορ, διαποτισμένη με ειρωνεία και σαρκασμό, σαν ο καλλιτέχνης να κλείνει το μάτι στον ίδιο του τον εαυτό και στις υπαρξιακές του αγωνίες. Η κωμικοτραγική και γλυκόπικρη διάθεση, αλλά και το στοιχείο του αυτοσαρκασμού, κυριαρχούν στα περισσότερα ζωγραφικά του έργα. Ο αντιήρωας είναι αινιγματικός και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται, οικείες και παράλογες ταυτόχρονα: ένας άντρας πίνει νερό από το παπούτσι ενός άλλου (σελ. 131), ένα ζευγάρι κάθεται σιωπηλό και ανήμπορο να αντιδράσει πάνω στον πάγκο της κουζίνας την ώρα που ο χώρος πλημμυρίζει (σελ. 121), πέντε άντρες σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς να φανερώνεται η αιτία (σελ.109). Στο έργο του Γεωργίου, το δράμα εγγίζει τα όρια της παρωδίας, ενώ η τραγικότητα συναντά τη φάρσα και το στοχαστικό το αφελές. Ο άνθρωπος εμφανίζεται άμοιρος και αποτυχημένος αλλά και γκαφατζής και γελωτοποιός, με τον οποίο μπορείς να γελάσεις και να κλάψεις την ίδια στιγμή. Είναι κωμικός και τραγικός, χαρούμενος και λυπημένος, ταυτόχρονα.

[…] Οι πίνακές του διακατέχονται από μια έντονη θεατρική διάθεση, η οποία εμπεριέχει και ένα χαρακτήρα σάτιρας. Μια διάθεση θεατρισμού και σατιρισμού, παρόμοια με εκείνη του πατέρα της σάτιρας, του σημαντικού Βρετανού καλλιτέχνη William Hogarth που διακωμωδούσε την αγγλική αστική κοινωνία του 18ου αιώνα. Στην περίπτωση του Γεωργίου η κινητήρια δύναμη φαίνεται να είναι αυτή η ανάγκη του καλλιτέχνη να σατιρίσει την αστική και παρακμασμένη –για εκείνον- κοινωνία της Θεσσαλονίκης του ’50, σε μια προσπάθεια λύτρωσής του από το «βαρύ και συντηρητικό κλίμα» που ο ίδιος είχε βιώσει. Πέρα όμως από την τάση διακωμώδησης των δικών του προσωπικών βιωμάτων, ο ζωγράφος εντοπίζει το αστείο και φαρσοειδές στοιχείο σε κάθε συνηθισμένη ανθρώπινη ενέργεια και συμπεριφορά, με τρόπο που φαίνεται να αναδεικνύει τη γνωστή ρήση του Σαίξπηρ πως «όλος ο κόσμος είναι ένα θέατρο». Εν τούτοις το θέατρο του Γεωργίου φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στο θέατρο σκιών του Καραγκιόζη ή στην Commedia dell’ Arte ή ακόμα στις κωμωδίες των αδερφών Μαρξ και στο σύγχρονο υπαρξιακό σινεμά του Γούντι Άλλεν. Ο σαρκασμός του παραπέμπει, επίσης, σε έναν κυνισμό, μετα-ειρωνικό και με χιούμορ, που αποτέλεσε μία από τις κυρίαρχες τάσεις στην τέχνη τη δεκαετία του ’90. Στο έργο του Γεωργίου, αυτή η καρικατούρα ανθρώπου, ο αντιήρωας, δηλώνεται ανώνυμος και σχεδόν απαράλλακτος από έργο σε έργο. Ο άνθρωπος αυτός είναι, από τη μία, το alter ego του καλλιτέχνη, καθώς ο δημιουργός ζωγραφίζει την αδυναμία του να υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο, και από την άλλη, ο κάθε ένας, ο οποίος παρατηρώντας τους χαρακτήρες του ζωγράφου, εμπλέκεται σε μια εαυτοσκοπία. Στα έργα του εντοπίζουμε άλλοτε φανερές και άλλοτε απόκρυφες πλευρές του εαυτού μας, την ώρα που συλλογιζόμαστε, μελαγχολούμε, υποφέρουμε, κάνουμε λάθη, γελοιοποιούμαστε και ανασυγκροτούμαστε κάθε στιγμή.

Η ζωγραφική του Γεωργίου έχει έναν σαφώς εικονογραφικό χαρακτήρα και μπορούμε να εντοπίσουμε τις αναφορές του στις γελοιογραφίες, τις κινηματογραφικές γιγαντοαφίσες και τα κλασσικά εικονογραφημένα, ενώ, ανατρέχοντας στην ελληνική ζωγραφική, το σχέδιο του Γεωργίου μας παραπέμπει στον ξεχωριστό κόσμο του Έλληνα καλλιτέχνη της γενιάς του ’30, Διαμαντή Διαμαντόπουλου. Τα χρώματα στους πίνακές του έχουν κυρίως ψυχρούς τόνους, ενώ ορισμένες φορές ο ζωγράφος χρησιμοποιεί και μια πιο θερμή και έντονη παλέτα. Το φόντο των συνθέσεων του είναι συνήθως μονοχρωματικό ή διχρωματικό και μέσα από αυτόν τον απροσδιόριστο χώρο, ξεπροβάλλουν, όπως και στους πίνακες του Φράνσις Μπέικον, οι ανήσυχες και αποξενωμένες ανθρώπινες μορφές. Τα περισσότερα έργα του Γεωργίου -όπως και αυτά του Βρετανού καλλιτέχνη- βρίσκονται κάπου ανάμεσα στα δύο άκρα μιας επιβλητικής απλότητας και μιας σύνθετης θεατρικότητας. Oι ανθρώπινες μορφές δεν περνάνε μέσα από το ζωγραφικό χώρο, αλλά δρουν εντός ενός πεδίου επίπεδου και δισδιάστατου.

[…] Παρόλο που σε πολλά του έργα παρουσιάζεται ένας μοναχικός άντρας, σε μια σειρά από πίνακες ο Γεωργίου πραγματεύεται τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους. Άλλοτε παρουσιάζεται ένας άντρας και μία γυναίκα, δύο ή τρεις άντρες και πιο σπάνια δύο άντρες και μία γυναίκα. Όποια και αν είναι η σύνθεση, αυτό το οποίο κυριαρχεί και στα ομαδικά πορτρέτα, είναι το αίσθημα της μοναχικότητας και της αποξένωσης. Οι χαρακτήρες του Γεωργίου, όπως και αυτοί του Gerald Richter, δεν κοιτούν τον θεατή στα μάτια. Φαίνονται απόμακροι και έχει κανείς την εντύπωση ότι πρόκειται για μία «ξεκομμένη αφήγηση τρίτου προσώπου». Ακόμα, τα πρόσωπα δεν ανταλλάσσουν ματιές ούτε καν μεταξύ τους. Σπάνια κοιτάνε τον άλλον και φαίνονται σαν να βρίσκονται χαμένοι στο δικό τους κόσμο. Είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους και δεν συνδιαλέγονται με τον κόσμο γύρω τους. Υπάρχει μια περιρρέουσα σιωπή στους πίνακες του Γεωργίου. Οι κραυγές των έργων του Μπέικον εδώ έχουν μετατραπεί σε παύσεις.

[…] Γιατί όμως ο πρωταγωνιστής, ο άντρας, στο έργο του Γεωργίου εμφανίζεται κάτω από το τραπέζι, γυμνός, ανασφαλής, συγκεχυμένος, διχασμένος, ανήμπορος, και κατακερματισμένος, τη στιγμή που η γυναίκα προβάλλεται δυνατή, επιβλητική, ικανή, και μαχητική; Γιατί ο άντρας έχει μια καταρρακωμένη αυτοπεποίθηση και ανάγκη για επιβεβαίωση και απελευθέρωση, ενώ η γυναίκα είναι εκείνη η οποία προσφέρει προστασία και παρηγοριά; Εδώ τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των δύο φύλων έχουν αντιστραφεί. Σε αρκετές περιπτώσεις ο Γεωργίου διακωμωδεί το αντρικό φύλο, ενώ φαίνεται να μην επιτίθεται στη γυναίκα. Η γυναίκα προστατεύεται και μοιάζει σαν ο καλλιτέχνης να είναι με το μέρος της.

[…] Απαντώντας στο διαχρονικό ερώτημα του εάν η τέχνη λέει ή διαστρεβλώνει την αλήθεια, θα υποστήριζα πως η τέχνη του Γεωργίου αποκαλύπτει την αλήθεια, καθώς ο ζωγράφος αναδεικνύει αθέατες όψεις της πραγματικότητας και φανερώνει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από κάθε απλή και συνηθισμένη χειρονομία ή κατάσταση. Ο Γεωργίου μας δείχνει πως το κοινότυπο μπορεί να είναι συγκλονιστικό• όπως έχει πει ο Πολ Κλέε, «η τέχνη δεν αποδίδει το ορατό αλλά μάλλον κάνει κάτι ορατό». Ο εσωτερικός μονόλογος και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στα έργα του Γεωργίου, κάνουν ορατή μια αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια καμιά φορά μπορεί να είναι και τρομακτική. […]

Δάφνη Βιτάλη
Επιμελήτρια της έκθεσης

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Επιμέλεια: Δάφνη Βιτάλη
Kείμενα: Δάφνη Βιτάλη, Ντένης Ζαχαρόπουλος, Μπάρι Σβάμπσκι
159 σελ., 30 x 24 εκ, Αθήνα 2011
Δίγλωσσος (Ελληνικά / Αγγλικά)
Με κείμενα και αναπαραγωγές των έργων
ΙSBN: 978-960-8349-56-8

Θα διατίθεται προς πώληση:  25 ευρώ

Φωτογραφία : Απόστολος Γεωργίου, Χωρίς Τίτλο, 2005
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη © Μπόρις Κιρπότιν

EL / EN