ΕΜΣΤ

DAVID CLAERBOUT

30/09/2008 - 07/12/2008

ΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Ωδείο Αθηνών

30/9/2008 – 7/12/2008

Επιμέλεια: David Claerbout

Η πρώτη αίσθηση.

Αυτή είναι η βαθιά ποιητική αίρεση του Ντάβιντ Κλέρμπαουτ και η πρωταρχή της δικής μας αναζήτησης. «Βολή τη πρώτη» ονομάζει ο Πλωτίνος στις Εννεάδες του (Ι,2) την αρχική επαφή με το θέαμα ή το ακρόαμα που σαγηνεύει, κινητοποιεί και επιβάλλεται στις αισθήσεις μας δια μιας. Την αρχή αυτή επιβεβαιώνει και ο σύγχρονος καλλιτέχνης από τη μια έκθεσή του στην άλλη, προτού την αμεσότητα της συνολικής εμπειρίας διαδεχτεί η συγκέντρωσή μας σε κάθε έργο χωριστά. Στις διαφορετικές του συμπυκνωμένες χρονικότητες, στην ξεχωριστή του ατμόσφαιρα, στους εσωτερικούς του ήχους. Γιατί κάθε «έκθεση-προβολή» του Κλέρμπαουτ, παρά τον ανοιχτό χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής της, βιώνεται μέσα σε ησυχία και σιωπή. Αυτή είναι η μήτρα του ήχου και της εικόνας στις βιντεοεγκαταστάσεις του, που διασταυρώνονται εξίσου με τη ζωγραφική, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο.

Τα έργα του αφηγούνται τον χρόνο που περνάει, χωρίς αφηγηματικότητα. Δεν υπάρχουν πραγματικές ιστορίες αλλά εν δυνάμει αφηγήσεις. Μπροστά στους διαφορετικών διαστάσεων προβαλλόμενους «πίνακες» της αίθουσας, βυθιζόμαστε στην αργή ροή της διάρκειας. Αναζητούμε το ηχόχρωμα του χρόνου, το σχήμα του. Μέσα από τις αλλαγές του φυσικού φωτός, τη βραδύτητα των πλάνων στο μεταίχμιο κίνησης και στατικότητας. Την κίνηση της μουσικής. Μέσα από μια μετωνυμική ρητορική και ψηφιακή επεξεργασία που συμπυκνώνουν το παρελθόν και το παρόν της εικόνας. Ο χρόνος εδώ έχει μελαγχολία, αναμονή, χαρά, μνήμη…

Στα στοχαστικά και ποιητικά δοκίμια του Ντάβιντ Κλέρμπαουτ η καλλιτεχνική υβριδίωση δεν ανιχνεύεται μόνο στους συνδυασμούς μικτών μορφών, στις συγχωνεύσεις, αντιστροφές, ποικίλες οικειοποιήσεις και ενσωματώσεις. Νομιμοποιείται επίσης μέσα σε διαφορετικές πρακτικές και ρόλους του καλλιτέχνη, όπου συναντώνται και συνυπάρχουν ο αρχειοδίφης με τον φωτογράφο και τον κινηματογραφιστή, ο ζωγράφος με τον κριτικό και τον επιμελητή των εκθέσεών του.

Η έκθεση που σχεδίασε για την Αθήνα, γεννιέται μέσα σε ένα νέο χώρο για το Μουσείο. Η υβριδική προσέγγιση του καλλιτέχνη-επιμελητή μας διδάσκει.

Άννα Καφέτση

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η anima της φωτογραφικής εικόνας

[…] Τα τελευταία χρόνια, με τις νέες ψηφιακές τεχνολογικές εξελίξεις, υπάρχει ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον από πολλούς βίντεο καλλιτέχνες για το θέμα του χρόνου. Οι καλλιτέχνες διαπραγματεύονται τον χρόνο μέσα από διαφορετικές πρακτικές: επιβραδύνουν και επιταχύνουν τα έργα, τα παρουσιάζουν σε συνεχή επανάληψη, τα παίζουν σε αντίστροφη κίνηση, παγώνουν τις εικόνες τους κ.τ.λ. Με αυτόν τον τρόπο, διαχειρίζονται την έννοια της χρονικότητας και δίνουν νέο νόημα στην αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ο David Claerbout ανήκει στους σύγχρονους βίντεο καλλιτέχνες που ανατρέχουν στις φωτογραφικές ρίζες του κινηματογράφου και πειραματίζεται με το χρόνο και τη διάρκεια. Διαπραγματεύεται τον χρόνο στην ακίνητη εικόνα, δημιουργώντας ένα είδος tableau vivant, «κινούμενης φωτογραφίας» ή «στατικής κίνησης», στην οποία εισάγει αφηγηματικά στοιχεία. Δημιουργεί έργα τα οποία βρίσκονται ανάμεσα στη φωτογραφία και τον κινηματογράφο, στο παρελθόν και το παρόν, στην κίνηση και την ακινησία.

Τα πρώτα του βίντεο μας παραπέμπουν στις απαρχές του κινηματογράφου και στις ταινίες των αδερφών Λυμιέρ, οι οποίες είναι στην πραγματικότητα «κινούμενες φωτογραφίες» όπως τις χαρακτήρισε ο David Campany. Η ταινία Εργάτες που φεύγουν από το εργοστάσιο (1895) των αδερφών Λυμιέρ, είναι, για παράδειγμα, μια μακρινή λήψη ενός κτιρίου, μέσα από το οποίο βγαίνουν οι άνθρωποι. Έτσι και τα πρώιμα έργα του Claerbout είναι μονοπλάνα, όπου η κάμερα παραμένει ακίνητη και στα οποία ο καλλιτέχνης δεν έχει ενσωματώσει ακόμα την έννοια της ιστορίας. Υποδηλώνεται, ωστόσο, μια ενδεχόμενη δράση λόγω της φύσης της κινούμενης εικόνας.

Το έργο Boom (1996) είναι μια βουβή προβολή ενός μεγάλου δέντρου που μοιάζει να λικνίζεται στο ρυθμό του αέρα. Αυτό το οποίο συμβαίνει στο έργο, είναι το ελάχιστο γεγονός, μια απλή καταγραφή της κατάστασης, όπως ακριβώς στις ταινίες των αδερφών Λυμιέρ. Στα έργα αυτά, το περιστατικό από μόνο του δεν είναι σημαντικό, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η επίδραση που έχουν οι εικόνες στο θεατή. Οι εικόνες αυτές σχετίζονται με το συναίσθημα, την ευαισθησία και τη συγκίνηση. Ο Claerbout μας υπενθυμίζει την αισθητική απόλαυση της στάσης, της «πόζας», την οποία τόσο ένθερμα υποστηρίζει ο Ρόλαντ Μπαρτ , και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διαβάσει την φωτογραφική εικόνα, να την «ανοίξει» και να ανακαλύψει τις άπειρες ιστορίες που κρύβει.

[…] Στα έργα που ακολουθούν, ο Claerbout ενώνει ψηφιακά στατικές και κινούμενες εικόνες, εισάγοντας κίνηση στη φωτογραφική εικόνα. Στα πρώιμα αυτά έργα ο καλλιτέχνης επιζητά το διάλογο ανάμεσα στα δύο διαφορετικά μέσα, την φωτογραφία και τον κινηματογράφο και ερευνά τις αφηγηματικές δυνατότητες της ακινησίας μέσω της διάρκειας.

[…] Με βάση αυτή την αρχή -της συνένωση της κινούμενης και της φωτογραφικής εικόνας- ο Claerbout πραγματοποιεί μια σειρά από έργα, χρησιμοποιώντας εικόνες που έχει βρει, φωτογραφίες από προσωπικά αρχεία, ιστορικές φωτογραφίες, τις οποίες επεξεργάζεται ψηφιακά ενσωματώνοντας νέο υλικό και δίνοντας κίνηση σε μια συγκεκριμένη περιοχή της αρχειακής φωτογραφίας. Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποιεί ψηφιακά μέσα που του επιτρέπουν να απομονώσει το σημείο και στη συνέχεια να αλλάξει τις ψηφίδες της ηλεκτρονικής εικόνας. Το σημείο αυτό της φωτογραφίας που του κινεί το ενδιαφέρον και τον συναρπάζει θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργεί για τον Claerbout ως punctum. Συνεπώς, ο Claerbout καταφέρνει αυτό το οποίο ο Μπαρτ δήλωνε πως ο κινηματογράφος αδυνατούσε να κάνει, να ενεργοποιήσει το punctum. Με αυτόν τον τρόπο, ο Claerbout ακυρώνει το «θάνατο» της φωτογραφίας, για τον οποίο κάνει συνεχώς λόγο ο Μπαρτ στο κλασσικό του βιβλίο La Chambre Claire (Φωτεινός Θάλαμος, 1980), και της προσδίδει ζωή, αφού όπως εξηγεί ο Christian Mertz, «η ακινησία και η σιωπή της φωτογραφίας, με την συμπαραδήλωση του θανάτου, εξαφανίζονται στην κινούμενη εικόνα.» Έτσι, εισάγοντας μια ελάχιστη κίνηση και κατά συνέπεια τον πραγματικό χρόνο στην στατική εικόνα, εγγράφει το παρελθόν στο παρόν. Απελευθερώνει δηλαδή τη φωτογραφία από την ιστορικότητά της και τη διαποτίζει με μια αίσθηση συγχρονικότητας.

O Claerbout δεν επιδιώκει μόνο να δώσει πνοή στη φωτογραφική εικόνα, ενσωματώνοντας τη χρονικότητα της κινούμενης εικόνας στη φωτογραφία, αλλά και να συμπεριλάβει τη χρονικότητα της ακινησίας στην κίνηση. Προσπαθεί δηλαδή να συνενώσει τις δύο διαφορετικές χρονικότητες των δύο μέσων. Η φωτογραφία και ο κινηματογράφος διαφέρουν ως προς τη σχέση τους με τον χρόνο και τον ρεαλισμό.

[…] Στα έργα του Claerbout δεν υπερτερεί ο ένας χρόνος σε βάρος του άλλου. Ο καλλιτέχνης εκμεταλλεύεται τις ιδιαιτερότητες και των δύο μέσων, τις αρετές της στιγμιαίας φωτογραφικής εικόνας -την οποία τόσο έχει επαινέσει ο Μπαρτ- αλλά και τη γοητεία της κινούμενης εικόνας.

Δάφνη Βιτάλη
(απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου της έκθεσης)

1. David Campany (επ.), The Cinematic. Documents of Contemporary Art, Whitechapel και The MIT Press, Λονδίνο, Cambridge, 2007, σ. 11.
2. Δείτε το κεφάλαιο «The Pose» στο βιβλίο Roland Barthes, Camera Lucida, Vintage, Λονδίνο, 2000, σσ. 78-80.
3. Ο Ρόλαντ Μπαρτ εξηγεί το punctum ως εξής: «Το punctum μιας φωτογραφίας είναι εκείνο το συμβάν που με κεντρίζει (αλλά επίσης με τραυματίζει, με ταράσσει)», Roland Barthes, Camera Lucida, Vintage, Λονδίνο, 2000, σ. 27.
4. Αναφέρεται στο δοκίμιο Laura Mulvey “Stillness in the Moving Image: Ways of Visualising Time and Its Passing”, στο βιβλίο Tanya Leighton and Pavel Bϋchler (επ), Saving the Image. Art After Film, Centre for Contemporart Arts, Glasgow, Manchester Metropolitan University, Γλασκόβη, Manchester, 2003, σ. 84.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Συντονισμός έκδοσης: Ελισάβετ Ιωαννίδη
Κείμενα: Δάφνη Βιτάλη, David Claerbout
72 σελ., 22 x 16.5 εκ, Αθήνα 2008
Δίγλωσσος (Ελληνικά / Αγγλικά)
Με κείμενα και αναπαραγωγές των έργων
ISBN 978-960-8349-26-1
Διατίθεται προς πώληση: τιμή 10 ευρώ

 

Φωτογραφία: Shadow Piece, 2005
Μονοκάναλη βιντεοεγκατάσταση
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη

EL / EN