Απολογισμός 2000 - 2003
της Άννας Καφέτση,
Διευθύντριας του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Ολοκληρώθηκε ήδη ένας πρώτος κύκλος στη λειτουργία του νεοσύστατου Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2000 με την προσωρινή μας εγκατάσταση στο ισόγειο του εγκαταλειμμένου από δεκαετίες πρώην εργοστασίου Φιξ, όπου διαμορφώσαμε μερικά γραφεία κι έναν εκθεσιακό χώρο 1800 τ.μ. Έκλεισε, με τη μεταφορά των υπηρεσιών του Μουσείου τον Σεπτέμβριο του 2003 σε κοντινό κτίριο, και με τη φιλοξενία των εκθέσεών μας από τον περασμένο Δεκέμβριο στους νέους εκθεσιακούς χώρους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες μετασκευής ολόκληρου του κτιρίου Φιξ, το οποίο μετά την ολοκλήρωσή του το 2008 θα αποτελέσει τη μόνιμη στέγη του ΕΜΣΤ. Παράλληλα με τη διοικητικο-οικονομική, επιστημονική και υλικοτεχνική θεμελίωση, στελέχωση και κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Μουσείου, τρεις ήταν οι βασικές προτεραιότητες, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου στις αρχές του 2000 ως ιδρυτικής Διευθύντριας του ΕΜΣΤ: εκθέσεις, συλλογές, κτίριο.
Εκθέσεις
Ο προγραμματισμός και η παραγωγή εκθέσεων τέθηκε ως άμεσος στόχος. Εκθέσεις οργανωμένες σε σειρές (Σύνοψις, Έργα) με ανοιχτό και διερευνητικό χαρακτήρα γύρω από ενδιαφέροντα επίκαιρα θέματα και κριτικούς προβληματισμούς της σύγχρονης διεθνούς τέχνης στους τομείς ζωγραφικής, εγκαταστάσεων, φωτογραφίας, βίντεο, νέων μέσων, και «πειραματικής» αρχιτεκτονικής, παρουσιάσεις μεμονωμένων καλλιτεχνικών προτάσεων με παραγγελία του Μουσείου, μονογραφικές αναδρομές στο μέσο της καριέρας αξιόλογων συγχρόνων καλλιτεχνών (Γ.Χατζημιχάλης, Τσεν Ζεν, Βασιλική Τσεκούρα, Μανώλης Μπαμπούσης), ιστορικές αναδρομικές (Κώστας Τσόκλης), καθώς και περιοδικές παρουσιάσεις θεματικών πυρήνων των μονίμων συλλογών, σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν ή προετοιμάζονται και θα ακολουθήσουν το 2004 (Διαπολιτισμοί, Γιάννης Κουνέλλης) στο πλαίσιο μιας ανοιχτής, όσο και κριτικής εκθεσιακής πολιτικής σύμφωνης με το οικουμενικό πνεύμα της εποχής. Κεντρικός στόχος αυτής της πολιτικής ήταν η σταδιακή διαμόρφωση ενός κοινού για τη σύγχρονη τέχνη, που δεν υπήρχε. Έμφαση δόθηκε σε εκθέσεις και έργα που αναδεικνύουν τις πιο πρωτοποριακές και πειραματικές κατευθύνσεις της σύγχρονης τέχνης με διακαλλιτεχνικές και διαπολιτισμικές αναζητήσεις και χρήση νέων μέσων και τεχνολογιών. Η πρόταξη των σύγχρονων έναντι των ιστορικών εκθέσεων υπαγορεύτηκε οπωσδήποτε και από τις ανεπαρκείς μουσειολογικές προδιαγραφές του προσωρινού εκθεσιακού μας χώρου, που δεν μας επέτρεπαν δανεισμούς παλαιότερων έργων, κυρίως ζωγραφικής. Στα δύο χρόνια εκθεσιακής δραστηριότητας του ΕΜΣΤ (Οκτώβριος 2000 - Απρίλιος 2003) οργανώθηκαν 16 συνολικά εκθέσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας, στο πλαίσιο των οποίων αναπτύχθηκαν σημαντικές συνεργασίες με πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το διεθνή χώρο, μεγάλα Μουσεία του εξωτερικού, γκαλερί και συλλέκτες. Μέσα στο 2003 εγκαινιάσαμε επίσης μια πολιτική συνεργασιών στο πλαίσιο του εκθεσιακού προγράμματος Εκτός με δραστήριους εικαστικούς φορείς στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ο συνολικός αριθμός επισκεπτών από τον Οκτώβριο του 2000 έως τον Δεκέμβριο 2003 (περίπου 24 μήνες εκθεσιακής λειτουργίας) ανέρχεται σε περίπου 75.000. Μεγαλύτερη ήταν η προσέλευση νεανικού κοινού, ενώ παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της επισκεψιμότητας από έκθεση σε έκθεση, ένδειξη της ενημέρωσης του κοινού σχετικά με τη λειτουργία του Μουσείου και κυρίως της αναγνώρισης της έντονης δραστηριότητας και προσφοράς του.
Συλλογές
Ως προς τις συλλογές, ξεκινήσαμε από μηδενική βάση. Ακολουθώντας τους καταστατικούς προσανατολισμούς του Μουσείου, που θέλει να είναι ανοιχτό στο παρόν και στο ιστορικό του βάθος, στην ελληνική και στη διεθνή σύγχρονη τέχνη, σχεδιάσαμε ευθύς εξαρχής μια συλλεκτική πολιτική αγορών και αποδοχής δωρεών σε δύο άξονες, τον συγχρονικό και τον ιστορικό. Επειδή η απόκτηση έργων από τα διεθνή κινήματα των δεκαετιών '50 και '60, προσκρούει στη σπανιότητα των διαθέσιμων έργων και στις απρόσιτες για τα μέχρι στιγμής οικονομικά δεδομένα του Μουσείου τιμές, και επειδή δυστυχώς το δημοσθένειο «δει δη χρημάτων...» ισχύει αυτονόητα και καθοριστικά και σ' αυτό το πεδίο, η πολιτική των αγορών μας, που θα μπορούσε γενικότερα να συνοψισθεί στην αρχή «λίγα έργα και καλά», στράφηκε την τετραετία αυτή στον συγχρονικό άξονα, τον μόνο που θα επέτρεπε τη συγκρότηση ενός πυρήνα συλλογών με ευρωπαϊκό και διεθνή χαρακτήρα. Έτσι, αποκτήθηκαν μερικά πολύ σημαντικά έργα της τελευταίας δεκαετίας (ζωγραφική, εγκαταστάσεις, φωτογραφίες, βιντεοεγκαταστάσεις, ψηφιακή αρχιτεκτονική) καλλιτεχνών, όπως οι Ίλυα Καμπακόφ (Το Πλοίο της ζωής μου, 1993), Γιώργος Χατζημιχάλης, Ναν Γκόλντιν, Άλλαν Σεκούλα, Τόμας Στρουθ, Γκάρυ Χιλλ, Τζίλιαν Γουέριγκ, Ανν- Σοφί Σιντέν, Κουτλούγκ Αταμάν, Νίκος Ναυρίδης Τζόελ Σάντερς, Ομάδα LTL, Ανδρέας Αγγελιδάκης κ.ά., ενώ έχει ήδη συγκροτηθεί μια αξιόλογη συλλογή βιντεοταινιών με 104 έργα μερικών από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες από το 1965 και εξής ( Ναμ Τζουν Πάικ, Μπρους Νάουμαν, Μπιλ Βιόλα, Γκάρυ Χιλλ, Τόνι Άουρσλερ, Ρόμπερτ Oυίλσον, Βίτο Ακόνσι, Μαρίνα Αμπράμοβιτς και Ουλέ, Κρις Μπάρντεν, Νταν Γκράχαμ, Ρεμπέκα Χορν, Λίντα Μπένγκλις, Ντάρα Μπίρνμπάουμ, Μάρθα Ρόσλερ, Κάρολη Σνήμαν, Mόνα Χατούμ, Σοφί Καλ, Σάντι Μπένινγκ κ.ά.), στην οποία, εκτός από τους «κλασικούς» του είδους, αντιπροσωπεύονται βασικές τάσεις, όπως η εννοιολογική, φεμινιστική, κοινωνιολογική, πολιτική κ.ά. Στο πλαίσιο εμπλουτισμού του διεθνούς πυρήνα των συλλογών, και σε συνεργασία με την Πολιτιστική Ολυμπιάδα σχεδιάσαμε ένα πρόγραμμα παραγγελιών με εξαιρετικά σημαντικά έργα διεθνώς αναγνωρισμένων καλλιτεχνών, όπως οι Μπιλ Βιόλα, Κώστας Βαρώτσος, Κέντελ Γκηρς, Ανις Καπούρ, Γιάννης Κουνέλλης, Βολφγκανγκ Λάιμπ, Μιροσλάφ Μπάλκα, Σιρίν Νεσάτ, Δανάη Στράτου, Κώστας Τσόκλης, Κατερίνα Φριτζ, Μόνα Χατούμ, Γκάρυ Χιλλ, Ντο Χο Σου, Ουαλίντ Ράαντ/Ομάδα Άτλας, Κιμ Σούγια, Έμιλυ Γιασίρ, τα οποία θα παρουσιαστούν στην μεγάλη έκθεση Διαπολιτισμοί (Καλοκαίρι 2004), και στη συνέχεια θα περιέλθουν στις μόνιμες συλλογές του ΕΜΣΤ. Με εξαίρεση τη συλλογή βιντεοταινιών, ο ιστορικός άξονας αντιπροσωπεύεται επί του παρόντος με έργα ελλήνων καλλιτεχνών, που έδρασαν εντός και εκτός της χώρας (Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Βερολίνο) στις δεκαετίες '50, '60 και '70. Αποκτήθηκαν σπουδαιότατα ιστορικά έργα, μεμονωμένα ή κατά το πλείστον σε ενότητες, που είτε αντιπροσωπεύουν - συχνά με μεγάλη συνοχή και πληρότητα - το συνολικό ή σημαντικές περιόδους του έργου ενός καλλιτέχνη, είτε συνεισφέρουν σε ειδικότερο καλλιτεχνικό, κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό, αναδεικνύοντας τις βασικές κατευθύνσεις του ελληνικού μοντερνισμού στο β' μισό του 20ού αιώνα, αλλά και τη συνεισφορά των Ελλήνων καλλιτεχνών στη δημιουργία του ύστερου φορμαλισμού και διεθνών κινημάτων, όπως το Informel, oi Nouveaux Realistes, η Mec Art κ.ά., καθώς και διαφόρων μετα-αναπαραστατικών τάσεων. Μεταξύ των καλλιτεχνών που μέχρι στιγμής αντιπροσωπεύονται στον ιστορικό πυρήνα είναι οι: Στήβεν Αντωνάκος, Βλάσης Κανιάρης, Νίκος Κεσσανλής, Παύλος, Κώστας Τσόκλης, Δανιήλ, Χρύσα, Νίκη Καναγκίνη, Μιχάλης Κατζουράκης, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Χρόνης Μπότσογλου, Μπία Ντάβου, Παντελής Ξαγοράρης, Ρένα Παπασπύρου, Σωτήρης Σόρογκας, Γ. Ψυχοπαίδης, Δημήτρης Αληθεινός, Γιώργος Λαζόγκας κ.ά. Μια άλλη διάσταση της συλλεκτικής μας πολιτικής αφορά το άνοιγμα σε νέους ή πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες. Η αρχή έγινε το 2001 και συνεχίστηκε το 2002 με αγορές ζωγραφικών έργων, εγκαταστάσεων, φωτογραφιών, βίντεο και ψηφιακών έργων. Εξάλλου, ο σχεδιασμός μιας πολιτικής δωρεών και οι σχετικές προσπάθειες εξασφάλισης αξιόλογων ιστορικών και σύγχρονων έργων, που ξεκινήσαμε ήδη από το 2000, απέδωσαν στο χρονικό αυτό διάστημα σημαντικότατους καρπούς χάρη στη γενναιοδωρία πολλών καλλιτεχνών και ιδιωτών. Συγκεκριμένα δωρήθηκαν στο ΕΜΣΤ 38 έργα του Νίκου Κεσσανλή από την περίοδο της «άμορφης» τέχνης και των «Χειρονομιών» των χρόνων 1960- 62 και της Mec Art και των «Αναμορφώσεων» των χρόνων 1963-65 και 1966-78 αντίστοιχα, τα 21 πρωτότυπα Κυκλαδικά Βιβλία σε γύψο του 1957 και 3 μεγάλες επίτοιχες κατασκευές με νέον της Χρύσας, 1 από τα πρώτα γλυπτά με νέον του 1967 του Στήβεν Αντωνάκου, 1 έργο της σειράς Ο χώρος μέσα στο χώρο του 1960 του Βλάση Κανιάρη, 6 βιντεο-εγκαταστάσεις του Κώστα Τσόκλη, 12 έργα του Δημοσθένη Κοκκινίδη της περιόδου της δικτατορίας, 1 τρίπτυχο του Σωτήρη Σόρογκα, 29 έργα του Παντελή Ξαγοράρη, 160 έργα της Μπίας Ντάβου κ.ά. Ειδικότερα, η δωρεά έργων των δύο τελευταίων καλλιτεχνών από τον Ζάφο Ξαγοράρη διακρίνεται για τον όγκο, την ποιότητα και την αντιπροσωπευτικότητα σε περιόδους, είδη και υλικά των προσφερόμενων έργων, με τα οποία αναδεικνύονται σε βάθος και έκταση οι πειραματικές τους αναζητήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την εφαρμογή μιας πολιτικής συνδυασμού αγοράς και ταυτόχρονης δωρεάς από τους καλλιτέχνες εξασφαλίστηκαν 35 έργα που είτε συμπληρώνουν την ενότητα των αγορασθέντων, είτε καλύπτουν διαφορετικές περιόδους. Επίσης, με τη δωρεά 13 αξιόλογων ψηφιακών έργων των αρχιτεκτόνων που συμμετείχαν στην έκθεση Μεγάλος Αδελφός: Αρχιτεκτονική και Παρακολούθηση, ξεκίνησε ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων πρώτος πυρήνας συλλογής του τομέα αρχιτεκτονικής. Στην τετραετία αυτή αποκτήθηκαν συνολικά 509 έργα τέχνης (71 το 2000, 88 το 2001, 324 το 2002, 26 το 2003), εκ των οποίων 194 με αγορές και 315 με δωρεές. Για αγορές έργων τέχνης δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των 1.320.000 ευρώ, εκ των οποίων 801.000 ευρώ προέρχονται από τις ετήσιες τακτικές επιχορηγήσεις (2000-2003) του Υπουργείου Πολιτισμού. Το υπόλοιπο ποσό συγκεντρώθηκε από άλλες κρατικές επιχορηγήσεις και ιδιωτικές χορηγίες που μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε κατά την τελευταία τριετία για τον εμπλουτισμό των μονίμων συλλογών του ΕΜΣΤ, και συγκεκριμένα: 400.000 ευρώ το 2002 από ειδική επιχορήγηση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και 119.000 από ετήσιες χορηγίες (2001-2003) του Ιδρύματος Ι.Φ. Κωστοπούλου.
Κτίριο
Η προσωρινή εγκατάστασή μας στο ισόγειο του Φιξ το 2000 συνετέλεσε στην οριστική επιλογή του πρώην εργοστασίου ως μόνιμης στέγης του Μουσείου και επέσπευσε την έναρξη των διαδικασιών για την ανάπλασή του, σύμφωνα με διεθνείς μουσειολογικές προδιαγραφές. Το έργο εντάχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με συνολικό προϋπολογισμό 40.000.000 ευρώ και χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2006. Μετά από χρονοβόρες νομικές διαδικασίες σχετικά με τη δυνατότητα μεταβίβασης του κτιρίου από την ιδιοκτήτρια εταιρία Αττικό Μετρό ΑΕ. στο ΕΜΣΤ, βρέθηκε η λύση της ενοικίασης για 50 χρόνια έναντι του συμβολικού τιμήματος των 30.000 ευρώ ετησίως, και τον Οκτώβριο του 2002 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση. Στο μεταξύ το Μουσείο, ως φορέας υλοποίησης του Έργου, είχε ήδη προσλάβει μετά από ανοιχτό διαγωνισμό την Ελληνοτεχνική Α.Ε. ως φορέα Διεύθυνσης Έργου για τη μελέτη και κατασκευή του ΕΜΣΤ, και είχε ξεκινήσει την καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του κτιρίου και τη σύνταξη του κτιριολογικού προγράμματος. Τον Δεκέμβριο του 2002 προκηρύξαμε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό με κλειστή διαδικασία σε δύο στάδια για την ανάθεση της εκπόνησης της μελέτης του ΕΜΣΤ. Μετά από τις προβλεπόμενες ενδιάμεσες διαδικασίες, τον Αύγουστο του 2003 κατατέθηκαν ειδικές προκαταρκτικές μελέτες από επτά διαγωνιζόμενα γραφεία. Συγκροτήθηκε η Επιτροπή Αξιολόγησης Διαγωνιζομένων, αποτελούμενη από τους Κων/νο Τσουκαλά (Πρόεδρο), Σάββα Κονταράτο, Βαρβάρα Μπελεζίνη, Δημήτριο Φατούρο, Άννα Καφέτση, Γεώργιο Γεράκη, Μάριο Μιχαηλίδη, Αθανάσιο Παπά και Στέφανο Ιωακειμίδη (μέλη), η οποία μετά από δίμηνες συνεδριάσεις εξέδωσε την απόφασή της, σύμφωνα με την οποία το πρώτο βραβείο δόθηκε στα συμπράττοντα γραφεία Ιωάννης ΜΟΥΖΑΚΗΣ και Συνεργάτες- Αρχιτέκτονες ΕΠΕ, Μελέτες Τεχνικών Έργων Παν. ΜΠΑΜΠΙΛΗΣ και Συνεργάτες Ε.Ε., INSTA. Το Νοέμβριο του 2003, το Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου ενέκρινε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και ανέθεσε την Εκπόνηση Μελέτης του ΕΜΣΤ στα παραπάνω συμπράττοντα γραφεία.
Εκπαίδευση
Συμπληρωματικά προς την εκθεσιακή μας πολιτική σχεδιάστηκαν η εκπαιδευτική και η εκδοτική. Εκπαιδευτικά προγράμματα που εκπονήθηκαν και εφαρμόστηκαν για διαφορετικές κατηγορίες και ηλικίες κοινού (παιδιά, σχολικές ομάδες, ενήλικες, οικογένειες, εκπαιδευτικούς, ομάδες απεξάρτησης, άτομα με κινητικά προβλήματα κ.ά.) από το επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου κατά τη διάρκεια των εκθέσεων, συνοδευτικοί κατάλογοι, εκπαιδευτικά έντυπα και πάσης φύσεως ενημερωτικό υλικό, καθώς και παράλληλες εκδηλώσεις, πραγματοποιήθηκαν με στόχο να συμβάλουν στην ανακάλυψη, εξοικείωση και κριτική πρόσληψη της σύγχρονης τέχνης από το κοινό. Για το σκοπό αυτό, στα προγράμματα και τις εκδόσεις του Μουσείου έμφαση δόθηκε σε σύγχρονες θεωρητικές μεθόδους που ευνοούν ερμηνευτικές προσεγγίσεις των ίδιων των έργων τέχνης και λιγότερο τη σχολαστική παροχή παραπληρωματικών πληροφοριών, αλλά και σε μουσειοπαιδαγωγικές πρακτικές που επιτρέπουν τη συμμετοχή των επισκεπτών, το διάλογο, την άσκηση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, το παιχνίδι, την επαφή με νέα τεχνολογικά μέσα. Για την αμεσότερη ή ευρύτερη κατανόηση της σύγχρονης τέχνης, που συχνά προσλαμβάνεται ως κλειστή και ερμητική, διοργανώθηκαν επίσης συναντήσεις του κοινού με τους καλλιτέχνες, διαλέξεις και διεπιστημονικές αναγνώσεις έργων από ομιλητές διαφόρων ειδικοτήτων. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου παρακολούθησαν 153 σχολικές ομάδες (συνολικά 4570 μαθητές), ενώ στις τακτικές ξεναγήσεις (Πέμπτη και Κυριακή) συμμετείχαν περίπου 3000 επισκέπτες. Μετά την πρόσφατη ένταξη του Μουσείου στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Κοινωνία της Πληροφορίας, τίθενται ήδη οι βάσεις ενός προγράμματος σύμφωνα με το οποίο μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής μας δραστηριότητας θα πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια μέσα από την ιστοσελίδα του ΕΜΣΤ.
Ψηφιακή τεκμηρίωση
Στο πλαίσιο του ίδιου Ευρωπαϊκού προγράμματος προετοιμάζουμε την ψηφιακή τεκμηρίωση των συλλογών και των καλλιτεχνικών αρχείων του Μουσείου, τα οποία συγκροτούνται και διαρκώς εμπλουτίζονται κατά το πλείστον με δωρεές καλλιτεχνών, Μουσείων, γκαλερί και ιδιωτών. Οι δράσεις που εγκρίθηκαν το 2003 και πρόκειται να χρηματοδοτηθούν από την Κοινωνία της Πληροφορίας είναι α) ανάπτυξη υποδομών και ψηφιοποίηση / τεκμηρίωση των πολιτιστικών συλλογών και β) σχεδιασμός και ανάπτυξη δικτυακού κόμβου πληροφόρησης και τρισδιάστατης απεικόνισης. Στόχος μας είναι το 2006 να λειτουργεί το ΕΜΣΤ σε τοπικό και διαδικτυακό επίπεδο ως ψηφιακό Κέντρο για τη σύγχρονη τέχνη, συμβάλλοντας στην ενημέρωση του κοινού, την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας και ειδικότερα στην προβολή και διάδοση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.